Πρώτη φορά Ηθοποιός

Updated: May 7


Την θυμάμαι καλά εκείνη την μέρα. Πολύ έντονα κι ας έχουν περάσει 5 χρόνια περίπου. Ήταν η πρώτη μου φορά. Η πρώτη φορά που πάτησα πάνω στο σανίδι ως ηθοποιός.


Είχαμε κάνει τόσες και τόσες πρόβες. Αλλά ποτέ, καμία δε με προϊδέαζε γι’ αυτό που θα αντιμετώπιζα. Στις πρόβες που είχαμε κάνει, όχι στην σχολή αλλά στο θέατρα όπου θα γινόταν η παράσταση, όταν έλεγα τον μονόλογό μου σε ένα άδειο, από θεατές, θέατρο ένιωθα κάτι… Απίστευτο. Σαν να μου άνηκε όλος ο κόσμος αυτός. Το ένιωθα. Το ζούσα! Δεν είχα τίποτα και κανέναν να μου αποσπά την προσοχή από τον ψυχικό πόνο αυτής της γυναίκα που υποδυόμουν.


Ποτέ δεν ήμουν σίγουρη πως το είπα καλά, με σωστή ένταση. Πως στεκόμουν σωστά. Που το ένιωθα όντως. Μέχρι την πρόβα τζενεράλε… Ο καθηγητής και σκηνοθέτης μας στεκόταν πλάι μου κατά την διάρκεια του μονολόγου μου, για να μπορεί να βλέπει τις εκφράσεις του προσώπου μου. Και είπα «…Θέλω πίσω την ψυχή μου!» και μετά παύση. Πάγωσα. Ο σκηνοθέτης μου φίλησε το χέρι. Δεν είπε τίποτα, αν ήμουν καλή, αν ήθελε κάτι άλλο. Απλά αυτό…


Την επόμενη, ήρθε! Η μέρα της παράστασης. Έφτιαξα τα μαλλιά μου, πήρα ρούχα και καλλυντικά στην τσάντα μου και πήγα στο θέατρο. Όσο ετοιμαζόμασταν, όλες οι γυναίκες μαζί… Το πιο όμορφο συναίσθημα. Αυτό, πριν την παράσταση. Έβαλα τις ψεύτικες βλεφαρίδες μου, το κόκκινο κραγιόν μου, το διχτυωτό καλσόν μου, πήρα το λευκό μποά μου και τα ψηλά μου τακούνια. Έβαλα την καρδιά μου μπροστά και ανέβηκα τα σκαλιά προς την σκηνή.


Πρώτο, δεύτερο, τρίτο κουδούνι.


Βγήκε η «Μαντάμ Παρή». Έκατσε, άναψε τσιγάρο. Ήρθε η σειρά μου. 10 βήματα για να φτάσω κάτω απ’ τον προβολέα. Τα τακούνια μου έτρεμαν πάνω στην ξύλινη σκηνή. Η ανάσα μου είχε γίνει γρήγορη και βαριά. Μετρούσα τα βήματά μου. Έφτασα την θέση μου. Ησυχία. Δεν έβλεπα κανέναν κάτω στην πλατεία. Ο προβολέα έπεφτε πάνω στα μάτια μου και γύρω όλα σκοτάδι. Δεν άκουγα κανέναν, ούτε τις ανάσες τους. Μόνο την καρδιά μου άκουγα. Τους χτύπους της που εκείνη την ώρα πίστευα πως αντηχούσαν σε όλο το θέατρο. Ακούμπησα κάτω την βαλίτσα που είχα στο αριστερό μου χέρι. Και είπα: «Υπάρχουν δύο ειδών πόρνες. Οι πόρνες στο σώμα και οι πόρνες στην ψυχή…». Άρχιζα να δακρύζω όταν ένιωσα μέσα μου όλο και περισσότερο αυτό το κοριτσάκι. Πονούσα όσο πονούσε, δάκρυζα όσο δάκρυζε. Αγανάκτησα και φώναξα… «Δεν είναι κανείς εδώ για να με ακούσει; Θέλω πίσω την ψυχή μου!». Έκλεισα τα μάτια. Τα δάκρυά μου ακόμα κυλούσαν πάνω στα μαγουλά μου. Ήρθες οι κοπέλες και μου άλλαξαν ρούχα. Έβγαλαν την καμπαρντίνα

και το τσεμπέρι και μέσα σε λίγα δεύτερα έγινα από ένα παιδί του χωριού, μια γυναίκα της Τρούμπας. Μια γυναίκα απ’ «Τα κόκκινα Φανάρια». Όσο περνούσε το έργο ένιωθα πιο ήρεμη. Σκεφτόμουν μόνο ποια (υποτίθεται) πως ήμουν και τι έκανα. «-Ωραία δεν είναι η ζωή Κατερίνα; -Καλή είναι», και το έργο τελείωσε.


Η στιγμή της υπόκλισης, το χειροκρότημα.

Καμία περιγραφή, κανένα βιβλίο δε μπορεί να σε προετοιμάσει για το συναίσθημα αυτό. Οι αγκαλιές των δικών σου, τα λόγια των θεατών… Όσο κι αν θέλω να υμνήσω την ίδια την παράσταση, οι στιγμές πριν και τα λεπτά μετά, την ώρα που όλα τα μάτια είναι πάνω σου με θαυμασμό γι’ αυτό που κάνεις με τόση αγάπη είναι πολύ ανώτερο από κάθε παράσταση, από κάθε έργο. Η πρώτη φορά που πάτησα στο σανίδι περιγράφεται με μια φράση μόνο…

Μια φορά δεν είναι ποτέ αρκετή.

59 views0 comments

Recent Posts

See All